Στην Ελλάδα του 2025, πίσω από τις βαρύγδουπες δηλώσεις για «ένταξη», «σεβασμό στη διαφορετικότητα» και «παιδεία χωρίς αποκλεισμούς», στα ειδικά σχολεία της χώρας κρύβεται μια θλιβερή πραγματικότητα που μόνο σε ευρωπαϊκό κράτος δεν παραπέμπει. Τμήματα ασφυκτικά γεμάτα με δύο ή και περισσότερους εκπαιδευτικούς σε κάθε αίθουσα, υποστελέχωση και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί που αλλάζουν κάθε χρόνο σαν «μπαλάκια» αφήνοντας πίσω τους παιδιά μπερδεμένα και οικογένειες σε απόγνωση. Αυτή είναι η τραγική καθημερινότητα για χιλιάδες εκπαιδευτικούς και μαθητές με αναπηρίες και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες σύμφωνα με το Rthess.gr.
Ειδική αγωγή χωρίς ειδική μέριμνα
Η υποστελέχωση έχει μετατραπεί σε καθεστώς. Εκατοντάδες κενές θέσεις ειδικών παιδαγωγών, λογοθεραπευτών, εργοθεραπευτών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών παραμένουν ακάλυπτες, με αποτέλεσμα οι μαθητές να στερούνται βασικές παρεμβάσεις που καθορίζουν την πρόοδό τους. Για πάραδειγμα ένας ψυχολόγος καλείται να εξυπηρετήσει ολόκληρο σχολείο και δεκάδες παιδιά με διαφορετικές ανάγκες. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο…. Οι παρεμβάσεις είναι αποσπασματικές, η στήριξη ελλιπής και η φροντίδα αποδυναμωμένη.
Την ίδια στιγμή, η εξάρτηση από τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Κάθε Σεπτέμβριο, χιλιάδες παιδιά αντικρίζουν διαφορετικά πρόσωπα μπροστά τους. Η συνέχεια στη μαθησιακή διαδικασία, η εμπιστοσύνη και η σταθερότητα που υποτίθεται είναι απαραίτητες στην ειδική αγωγή, θυσιάζονται στον βωμό των προσωρινών λύσεων. Η Πολιτεία δείχνει να αντιμετωπίζει την εκπαίδευση αυτών των παιδιών σαν «παζλ κενών» που πρέπει πρόχειρα να συμπληρωθεί στην αρχή της σχολικής χρονιάς, χωρίς όραμα, χωρίς σχέδιο και χωρίς στοιχειώδη ευαισθησία.
Τα γεμάτα τμήματα αποτελούν μια άλλη «πληγή» της ειδικής αγωγής στη χώρα μας. Η ειδική εκπαίδευση, σε αντίθεση με τη γενική, βασίζεται στην εξατομικευμένη διδασκαλία και στην προσαρμογή του μαθήματος στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε παιδιού. Όταν όμως σε μια αίθουσα βρίσκονται 8, 9 ή και 10 μαθητές με εντελώς διαφορετικά προφίλ, η εξατομικευμένη προσέγγιση δεν είναι απλώς δύσκολη αλλά ανέφικτη.
Από την άλλη, οι γονείς έχουν μετατραπεί σε μόνιμους διεκδικητές του αυτονόητου. Βρίσκονται συνεχώς μπροστά σε μια κρατική αναλγησία, που τους αναγκάζει να διεκδικούν όχι την πολυτέλεια, αλλά τα στοιχειώδη: μικρότερα τμήματα, μόνιμους εκπαιδευτικούς και όχι αναπληρωτές, καλύτερη υλικοτεχνική υποδομή και συνέπεια στις μετακινήσεις των παιδιών. Κι όμως, κάθε χρόνο, η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται και κάθε χρόνο, οι υποσχέσεις μένουν υποσχέσεις.
Τα ειδικά σχολεία της «ντροπής»
Τα ειδικά σχολεία δεν είναι χώροι «αποθήκευσης» παιδιών, αλλά θεσμοί παιδείας, κοινωνικοποίησης και ένταξης. Η κοινωνία κρίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα πιο ευάλωτα μέλη της. Στην περίπτωση των ειδικών σχολείων, η Ελλάδα δείχνει στις περισσότερες περιπτώσεις το χειρότερο πρόσωπό της. Αντί να προσφέρει ίσες ευκαιρίες, καταδικάζει χιλιάδες παιδιά και τις οικογένειές τους σε μια μόνιμη αγωνία. Αντί να επενδύει στο αύριο, κλείνει τα μάτια στο σήμερα. Και όσο αυτό συνεχίζεται, οι μεγαλόστομες διακηρύξεις για «ένταξη», «ισότητα» και «σεβασμό στη διαφορετικότητα» δεν είναι τίποτε άλλο παρά λόγια κενά, που πνίγονται μέσα στην καθημερινή πραγματικότητα της εγκατάλειψης.
Και αν η Πολιτεία δεν αφυπνιστεί άμεσα, τότε δεν υφίστανται πρακτικά οι όροι κοινωνική δικαιοσύνη και παιδεία χωρίς αποκλεισμούς. Γιατί όσο τα ειδικά σχολεία παραμένουν χώροι υποτίμησης, η ίδια η κοινωνία μας παραμένει «ειδική» – ειδική στην αδιαφορία, ειδική στην εγκατάλειψη, ειδική στην έλλειψη παροχής ισότιμης εκπαίδευσης και παιδείας.