Η Αγορά Μοδιάνο στη Θεσσαλονίκη έχει επαναλειτουργήσει. Για μια αγορά, όμως, που έχει γνωρίσει τη ζωντάνια, την εγκατάλειψη, την αποκατάσταση και τη διάψευση προσδοκιών, το άνοιγμά της είναι μόνο η αρχή. Το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται στο εσωτερικό της: τι έχει αλλάξει αυτή τη φορά και πόσο κοντά μπορεί να έρθει η νέα λειτουργία της στις ανάγκες των Θεσσαλονικέων;
Βρεθήκαμε στη νέα Αγορά Μοδιάνο, καταγράφοντας την προσπάθεια ενός ιστορικού εμπορικού χώρου να αποκτήσει ξανά θέση στην καθημερινότητα της πόλης. Η διαδρομή ανάμεσα στα καταστήματα αναδεικνύει τη βασική κατεύθυνση του εγχειρήματος: τα ψώνια για το σπίτι συνδέονται με το φαγητό, τον καφέ και τη συνάντηση. Το κρεοπωλείο με τη χασαποταβέρνα, το ιχθυοπωλείο με το τσιπουράδικο, οι πρώτες ύλες με την παρασκευή και την κατανάλωσή τους. Η νέα Μοδιάνο αναζητεί τη δυναμική της σε αυτή τη σχέση, επιχειρώντας να δώσει στον επισκέπτη περισσότερους λόγους για να περάσει την είσοδό της και να την ξαναεπισκεφτεί.
Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση της αγοράς, η επαναλειτουργία της, τον Σεπτέμβριο του 2026 περιλαμβάνει 32 καταστήματα. Μανάβικο, κρεοπωλείο, ιχθυοπωλείο, φούρνος και παντοπωλείο συνυπάρχουν με μαγειρεία, τσιπουροπωλεία, ζαχαροπλαστείο, καφεκοπτείο, κάβα και μπαρ. Πρόκειται για ένα μείγμα δραστηριοτήτων που επιδιώκει να καλύψει διαφορετικές ανάγκες και ώρες της ημέρας, από την αγορά τροφίμων μέχρι το γεύμα και την έξοδο.
Στην πράξη, αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της νέας προσπάθειας. Η παρουσία καταστημάτων καθημερινής προμήθειας δίνει περιεχόμενο στην έννοια της αγοράς. Η εστίαση δημιουργεί τη δυνατότητα παραμονής στον χώρο. Το κρίσιμο είναι οι δύο λειτουργίες να ενισχύσουν η μία την άλλη ώστε ο επισκέπτης που έρχεται για φαγητό να γνωρίσει τα προϊόντα και εκείνος που ψωνίζει να βρει έναν ακόμη λόγο για να μείνει.
Τη διαχείριση έχει αναλάβει η Ergon των αδελφών Θωμά και Γιώργου Δούζη, με το νέο μοντέλο να στηρίζεται στην ενιαία οργάνωση των σημείων της αγοράς και στον συνδυασμό λιανικής και εστίασης. Η αλλαγή διαχείρισης αποτελεί, επομένως, βασικό μέρος της νέας αρχής, μαζί με τον επανασχεδιασμό της εμπορικής πρότασης.
Το γιατί χρειάστηκε αυτή η αλλαγή εξηγείται από την πρόσφατη διαδρομή της Μοδιάνο. Η προηγούμενη επαναλειτουργία της, τον Δεκέμβριο του 2022, είχε συνοδευτεί από μεγάλες προσδοκίες μετά την αποκατάσταση του κτιρίου από τον όμιλο Φάις. Η αναμενόμενη εμπορική δυναμική, ωστόσο, δεν διατηρήθηκε. Ακολούθησαν αποχωρήσεις καταστημάτων και απογοητευμένο κοινό, ώστε στις αρχές Οκτωβρίου του 2025, η αγορά έκλεισε ξανά. Το ρεπορτάζ εκείνης της περιόδου κατέγραφε λιγότερα από 20 καταστήματα λίγο πριν από το κλείσιμο.
Η εξέλιξη αυτή άφησε ένα σαφές δίδαγμα: η αποκατάσταση ενός ιστορικού κτιρίου και η εμπορική του αναζωογόνηση είναι δύο απαιτητικές διαδικασίες, με διαφορετικούς όρους επιτυχίας. Η πρώτη διασώζει την αρχιτεκτονική κληρονομιά. Η δεύτερη χρειάζεται σταθερή πελατεία, καθημερινή εξυπηρέτηση και επιχειρήσεις που μπορούν να παραμείνουν βιώσιμες. Η αξία του μνημείου προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα και η λειτουργία πρέπει να προσελκύσει τους επισκέπτες.
Σε αυτή τη σχέση θα μετρήσουν στοιχεία λιγότερο εντυπωσιακά από μια ανακαινισμένη πρόσοψη, αλλά καθοριστικά για τον πελάτη. Η ποιότητα των προϊόντων, η εξυπηρέτηση, η καθαριότητα, η άνεση της παραμονής και, κυρίως, οι τιμές. Τα ζητήματα ψύξης και θέρμανσης, που περιλαμβάνονται στη θεματολογία του επιτόπιου ρεπορτάζ, αφορούν ακριβώς την καθημερινή εμπειρία μέσα σε μια στεγασμένη αγορά. Η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων σε αυτό το πεδίο θα φανεί στη διάρκεια της λειτουργίας της και στις διαφορετικές εποχές του χρόνου.
Αντίστοιχα, η οικονομική προσιτότητα θα κριθεί στο προϊόν και στον λογαριασμό. Για να γίνει η Μοδιάνο μέρος της καθημερινότητας, πρέπει ο κάτοικος της Θεσσαλονίκης να βρίσκει σε αυτήν επιλογές που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στον προϋπολογισμό του. Η πρώτη επίσκεψη μπορεί να προκύψει από περιέργεια. Η επόμενη συνδέεται με την αξιολόγηση όσων αγόρασε, δοκίμασε και τελικά πλήρωσε.
Μια πρόσθετη διάσταση στη νέα πορεία της αγοράς έδωσε η ανακοίνωση του δημάρχου Θεσσαλονίκης, Στέλιου Αγγελούδη, για τη δημιουργία μουσείου γαστρονομίας στον πρώτο όροφο της Μοδιάνο. Όπως ανέφερε τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου, η πρωτοβουλία προωθείται από κοινού με τους ιδιοκτήτες της αγοράς, οι οποίοι έχουν δεσμευτεί να αναλάβουν τη διαδικασία μετατροπής του χώρου σε ένα «ζωντανό μουσείο». Ο δήμος θα συμβάλει με την αξιοποίηση του αρχείου που διαθέτει στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τον δήμαρχο, το θέμα θα συζητηθεί το επόμενο διάστημα και με το αρμόδιο τμήμα UNESCO της πόλης, από το οποίο, όπως σημείωσε, έχει υπάρξει αρχική θετική ανταπόκριση. Η εξαγγελία αφορά σχέδιο υπό προώθηση, με στόχο την ανάδειξη της γαστρονομικής παράδοσης και της ταυτότητας της Θεσσαλονίκης. Στη συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν προσδιορίστηκαν χρονοδιάγραμμα λειτουργίας, προϋπολογισμός ή αναλυτικό εκθεσιακό περιεχόμενο. Η επιλογή της Μοδιάνο για τη στέγαση ενός τέτοιου μουσείου δημιουργεί μια ουσιαστική δυνατότητα σύνδεσης της ιστορίας με τη σημερινή χρήση του χώρου.
Άλλωστε, το ίδιο το κτίριο αποτελεί μέρος αυτής της ιστορίας. Η κατασκευή της αγοράς ξεκίνησε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1925, με τον μηχανικό Ελί Μοδιάνο και τον αρχιτέκτονα J. Oliphant να συνδέονται με τον σχεδιασμό της. Η δημιουργία της εντάσσεται στην ανοικοδόμηση μετά την πυρκαγιά του 1917 και η διαδρομή της είναι στενά δεμένη με την εβραϊκή κοινότητα και το εμπόριο της Θεσσαλονίκης. Το 1983 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο κτίριο και το 1995 ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Αυτή η κληρονομιά εξηγεί γιατί κάθε νέα αρχή της Μοδιάνο ξεπερνά τα όρια μιας επιχειρηματικής είδησης. Αφορά τη συνέχεια ενός χώρου με τον οποίο η πόλη έχει συνδέσει αγορές, επαγγέλματα και προσωπικές αναμνήσεις. Η ιστορική του βαρύτητα, ωστόσο, δεν προεξοφλεί την επιτυχία αλλά καλλιεργεί νέες προσδοκίες.
Το ενδιαφέρον των επισκεπτών και η τουριστική κίνηση μπορούν να ενισχύσουν τη νέα προσπάθεια αλλά η σταθερή σχέση με τους Θεσσαλονικείς είναι εκείνη που μπορεί να της δώσει διάρκεια. Η διαφορετική διαχείριση, η σύνδεση εμπορίου και εστίασης και η προοπτική του μουσείου γαστρονομίας διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις μιας νέας πορείας. Το αποτέλεσμα θα φανεί στους μήνες που ακολουθούν: στη συνέχεια των επιχειρήσεων και, πάνω απ’ όλα, στην επιστροφή των πελατών. Γιατί η ουσιαστική επαναλειτουργία μιας αγοράς ολοκληρώνεται όταν η επίσκεψη γίνεται συνήθεια.