Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής στη Συρία και ανοίγει ένα νέο και αβέβαιο κεφάλαιο για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Η οικογένεια Άσαντ κυβέρνησε τη Συρία για περισσότερα από 50 χρόνια.
Γεννημένος στις 11 Σεπτεμβρίου 1965, ο Μπασάρ, δευτερότοκος γιος του Χαφέζ αλ-Ασαντ, δεν προοριζόταν να γίνει πρόεδρος, όμως η ζωή του άλλαξε ριζικά όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Μπασέλ, ο οποίος επρόκειτο να διαδεχθεί τον πατέρα του, σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1994.
Μετά το θάνατο του πατέρα του το 2000, ο Μπασάρ γίνεται πρόεδρος με δημοψήφισμα, χωρίς αντίπαλο.
Στην αρχή της προεδρίας του, ο Άσαντ εμφανιζόταν δημόσια στο τιμόνι του αυτοκινήτου του ή δειπνώντας σε εστιατόρια τετ-α-τετ με τη σύζυγό του. Χαλάρωσε επίσης μερικούς από τους περιορισμούς που είχε επιβάλει ο πατέρας του.
Όμως η εικόνα του μεταρρυθμιστή διαλύθηκε πολύ γρήγορα, με τις συλλήψεις και τις φυλακίσεις διανοουμένων, εκπαιδευτικών ή άλλων μελών του μεταρρυθμιστικού κινήματος, έπειτα από μια σύντομη «Ανοιξη της Δαμασκού».
Όταν η Αραβική Άνοιξη έφθασε στη Συρία το Μάρτιο του 2011, ειρηνικές διαδηλώσεις καλούσαν για αλλαγή.
Ο Ασαντ, ο οποίος είναι επίσης αρχηγός του στρατού, διεξάγει τότε μια βίαιη καταστολή, την οποία ακολούθησε γρήγορα ένας εμφύλιος πόλεμος.
Στη διάρκεια του πολέμου, που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 500.000 ανθρώπους και προκάλεσε τον εκτοπισμό του μισού πληθυσμού, ο Ασαντ παρέμεινε πάντα σταθερός στις θέσεις του.
Χάρη στην υποστήριξη των Ιρανών και Ρώσων αναδόχων του, κατάφερε να ανακτήσει τα δύο τρίτα του εδάφους
Εγκαταλειμμένος από τους Ρώσους και τους Ιρανούς συμμάχους του, που ήταν και οι ίδιοι πολύ εξασθενημένοι, αναγκάσθηκε ωστόσο, σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, να διαφύγει σήμερα από τη χώρα.
Όταν το 2011 ξέσπασαν διαδηλώσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο, ανατρέποντας τελικά τις ηγεσίες τους, ο Άσαντ δεν πίστευε ότι θα συμβεί το ίδιο στη χώρα του, επιμένοντας ότι η κυβέρνησή του είχε βάσεις στην συριακή κοινωνία. Το σαρωτικό κύμα της Αραβικής Άνοιξης, όμως, έφτασε τελικά και στη Συρία.
Οι δυνάμεις καταστολής έπνιξαν τις διαμαρτυρίες και ο Άσαντ αρνιόταν πεισματικά ότι βρισκόταν αντιμέτωπος μια λαϊκή εξέγερση. Αντίθετα, κατηγόρησε τους «τρομοκράτες που υποστηρίζονται από το εξωτερικό» που προσπαθούν να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς του, κάτι το οποίο φυσικά είχε βάση, αλλά δεν θα συνέβαινε εάν ο συριακός λαός δεν αντιμετώπιζε προβλήματα.
Τελικά, η ρητορική του άγγιξε τη «χορδή» πολλών μειονοτικών ομάδων της Συρίας – συμπεριλαμβανομένων Χριστιανών, Δρούζων και Σιιτών – καθώς και μερικούς Σουνίτες που φοβόντουσαν την προοπτική διακυβέρνησης από εξτρεμιστές πολύ από την διακυβέρνηση του Άσαντ.
Η εξέγερση εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο και εκατομμύρια Σύροι κατέφυγαν στην Ιορδανία, την Τουρκία, το Ιράκ και τον Λίβανο και στην Ευρώπη.
Δώδεκα χρόνια μετά, χρειάστηκαν μόλις λίγα 24ωρα για την πλήρη κατάρρευση μιας οικογενειοκρατίας.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ