Το 42% των δασικών εκτάσεων της Αττικής κάηκε μέσα σε μόλις δέκα χρόνια. Δεν πρόκειται για μία ακόμη στατιστική που θα χαθεί στη ροή της επικαιρότητας, ούτε για έναν αριθμό που μπορεί να αντιμετωπιστεί με ανακοινώσεις, φωτογραφίες μπροστά σε εναέρια μέσα και τις συνηθισμένες διαβεβαιώσεις περί «πρωτόγνωρων συνθηκών». Πρόκειται για το αποτύπωμα μιας περιβαλλοντικής καταστροφής ιστορικών διαστάσεων, η οποία εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας με πρωτόγνωρη συχνότητα.
Η επικαιροποιημένη ανάλυση του meteo.gr και του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά στο Πόρτο Γερμενό στις 31 Ιουλίου 2026, αποκαλύπτει το μέγεθος της καταστροφής. Από το 2017 έως τις 3 Αυγούστου 2026, δεκαπέντε μεγάλες δασικές πυρκαγιές έκαψαν περισσότερα από 800.000 στρέμματα στην ηπειρωτική Αττική. Από τα περίπου 1.230.000 στρέμματα δασικών εκτάσεων της περιοχής, περίπου 512.000 στρέμματα πέρασαν από τις φλόγες. Δηλαδή, μέσα σε μία δεκαετία κάηκε έκταση που αντιστοιχεί στο 42% των δασών της Αττικής. Λίγο πριν αρχίσει η αντιπυρική περίοδος του 2026, το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν στο 38%. Μία ακόμη καταστροφική περίοδος ήταν αρκετή για να προστεθούν τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες στον χάρτη της ερήμωσης.
Ο αριθμός αυτός δεν περιγράφει μόνο καμένα δέντρα. Πίσω από κάθε μαύρη επιφάνεια στον δορυφορικό χάρτη βρίσκονται νεκροί, κατεστραμμένα οικοσυστήματα, νεκρά ζώα, σπίτια και περιουσίες που χάθηκαν, άνθρωποι που εκκενώθηκαν μέσα στον πανικό, πυροσβέστες και εθελοντές που έδωσαν μάχη στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Βρίσκονται ολόκληρες περιοχές που χάνουν τη φυσική τους άμυνα απέναντι στις πλημμύρες, τη διάβρωση και την ακραία ζέστη. Οι επίσημες οδηγίες Πολιτικής Προστασίας αναγνωρίζουν ότι οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές διαταράσσουν την οικολογική ισορροπία, καταστρέφουν υποδομές, επιβαρύνουν την οικονομία και τον τουρισμό και μπορούν να οδηγήσουν σε κατολισθήσεις, καταστροφικές πλημμύρες και σταδιακή ερημοποίηση των πληγεισών περιοχών
Κι όμως, κάθε καλοκαίρι παρακολουθούμε σχεδόν το ίδιο έργο. Η φωτιά ξεκινά, οι άνεμοι δυναμώνουν και οι φλόγες περνούν δρόμους και αντιπυρικές ζώνες. Οι κάτοικοι λαμβάνουν μήνυμα από το 112 και εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Οι τηλεοπτικοί δέκτες γεμίζουν με εικόνες Canadair, ελικοπτέρων και ανθρώπων που κρατούν ένα λάστιχο απέναντι σε έναν τοίχο φωτιάς. Ακολουθούν δηλώσεις για δύσκολες καιρικές συνθήκες, διερεύνηση των αιτίων, καταγραφή των ζημιών, αποζημιώσεις και εξαγγελίες ανασυγκρότησης. Ύστερα έρχεται το φθινόπωρο, η προσοχή μεταφέρεται αλλού και η πρόληψη επιστρέφει στο περιθώριο μέχρι την επόμενη καταστροφή.
Η κλιματική κρίση είναι υπαρκτή και κάνει τις πυρκαγιές ταχύτερες, εντονότερες και δυσκολότερα ελεγχόμενες. Οι υψηλές θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ξηρασία, η χαμηλή υγρασία και οι ισχυροί άνεμοι μετατρέπουν τη βλάστηση σε καύσιμη ύλη έτοιμη να εκραγεί. Το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προειδοποιεί ότι οι συνθήκες που συνδέονται με την υπερθέρμανση αυξάνουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς στην Ευρώπη, με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση να αναμένεται στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Η κλιματική κρίση, όμως, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε βολικό άλλοθι για κάθε αποτυχία. Δημιουργεί το εκρηκτικό περιβάλλον, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ανάβει την πρώτη σπίθα.
Την πρώτη σπίθα πολύ συχνά δυστυχώς την ανάβει ο άνθρωπος. Και αυτό δεν αποτελεί εκτίμηση ή δημοσιογραφική υπερβολή. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε τον Μάρτιο του 2026 το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, περίπου το 70% των πυρκαγιών αποδίδεται στον ανθρώπινο παράγοντα. Περίπου το 63% συνδέεται με αμέλεια και ένα επιπλέον 6% έως 7% με δόλο. Στις περιπτώσεις αμέλειας περιλαμβάνονται η καύση κλαδιών και αγροτικών υπολειμμάτων, κτηνοτροφικές και γεωργικές εργασίες, καθώς και θερμές εργασίες με εργαλεία που μπορούν να προκαλέσουν σπινθήρες ακόμη και σε ημέρες υψηλού κινδύνου.
Αυτό σημαίνει ότι ένα τεράστιο τμήμα της καταστροφής δεν είναι αναπόφευκτο. Δεν είναι μοιραίο. Δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο απέναντι στο οποίο η κοινωνία δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Είναι το αποτέλεσμα πράξεων, παραλείψεων, αδιαφορίας, έλλειψης ελέγχων και μιας βαθιά ριζωμένης αντίληψης ότι οι κανόνες αφορούν πάντοτε κάποιον άλλον.
Ένα αναμμένο τσιγάρο που πετιέται από το παράθυρο, μια υπαίθρια εργασία με τροχό μέσα στον Αύγουστο, μια καύση ξερών χόρτων επειδή «τόσα χρόνια έτσι γινόταν», μια χωματερή γεμάτη εύφλεκτα υλικά, ένα οικόπεδο που δεν καθαρίστηκε, ένα δίκτυο που δεν συντηρήθηκε επαρκώς, μια αγροτική πρακτική που συνεχίζεται παρά τις απαγορεύσεις. Όλα αυτά παρουσιάζονται συχνά σαν μικρές καθημερινές παραβάσεις. Στην πραγματικότητα, σε ημέρες καύσωνα και ισχυρών ανέμων μπορούν να λειτουργήσουν σαν μηχανισμός μαζικής καταστροφής.
Η λέξη «αμέλεια» ακούγεται σχεδόν αθώα. Παραπέμπει σε ένα στιγμιαίο λάθος, σε κάτι που έγινε χωρίς πρόθεση. Όταν, όμως, ένας πολίτης γνωρίζει ότι η χώρα βρίσκεται σε συναγερμό, ότι ο κίνδυνος πυρκαγιάς είναι πολύ υψηλός ή ακραίος και παρ’ όλα αυτά επιλέγει να κάψει κλαδιά ή να χρησιμοποιήσει μηχάνημα που παράγει σπινθήρες δίπλα σε ξερή βλάστηση, δεν πρόκειται απλώς για απροσεξία. Πρόκειται για συνειδητή περιφρόνηση ενός προβλέψιμου και δυνητικά θανατηφόρου κινδύνου.
Η ίδια αυστηρότητα πρέπει να εφαρμόζεται και στις κρατικές και αυτοδιοικητικές παραλείψεις. Δεν μπορεί όλη η συζήτηση να περιορίζεται στην «ατομική ευθύνη», όταν υπάρχουν ακαθάριστοι δημόσιοι χώροι, ανεξέλεγκτες χωματερές, ελλιπής διαχείριση της καύσιμης ύλης, δρόμοι πρόσβασης που δεν συντηρούνται, πυροφυλάκια και δεξαμενές που δεν επαρκούν ή δασικές υπηρεσίες που καλούνται να καλύψουν τεράστιες εκτάσεις με περιορισμένο προσωπικό. Η επίσημη πολιτική πρόληψης προβλέπει συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου, δεξαμενές νερού, πυροφυλάκια, απομάκρυνση βλάστησης γύρω από κρίσιμες υποδομές, ελέγχους σε χώρους ανεξέλεγκτης απόθεσης απορριμμάτων και μέτρα αποτροπής πυρκαγιών από αγροτικές εργασίες. Όταν αυτά μένουν στα χαρτιά ή ολοκληρώνονται αποσπασματικά, το εκάστοτε κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται απλώς ως παρατηρητής μιας φυσικής καταστροφής.
Υπάρχει βεβαίως και το σκοτεινότερο κεφάλαιο: ο εμπρησμός από πρόθεση. Τα επίσημα στοιχεία τοποθετούν τις περιπτώσεις δόλου περίπου στο 6% έως 7% των πυρκαγιών που αποδίδονται στον ανθρώπινο παράγοντα. Το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από εκείνο της αμέλειας, αλλά κάθε άλλο παρά ασήμαντο. Πίσω από έναν εμπρησμό μπορεί να βρίσκονται προσωπικές διαφορές, εκδίκηση, οικονομικά κίνητρα, προσπάθεια εκφοβισμού, παραβατικές δραστηριότητες ή άλλες σκοπιμότητες που οφείλουν να διερευνώνται από τις αρμόδιες αρχές.
Εδώ, όμως, απαιτείται μεγάλη προσοχή. Δεν είναι σοβαρή δημοσιογραφία να αποδίδεται κάθε μεγάλη πυρκαγιά σε οργανωμένο σχέδιο χωρίς αποδείξεις. Ούτε μπορούν οι υποψίες, οι φήμες και οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να υποκαθιστούν την πραγματογνωμοσύνη, την προανάκριση και τη δικαστική έρευνα. Άλλο η τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι ορισμένες πυρκαγιές προκαλούνται από πρόθεση και άλλο η κατασκευή εύκολων σεναρίων που απαλλάσσουν όλους τους υπόλοιπους από τις ευθύνες τους.
Η διαρκής επίκληση του «εμπρηστή» μπορεί να γίνει εξίσου βολική με την επίκληση της κλιματικής κρίσης. Εάν για κάθε καταστροφή φταίει ένας άγνωστος εμπρηστής, τότε δεν χρειάζεται να συζητήσουμε για τα δάση που δεν καθαρίστηκαν, τις παράνομες εργασίες που δεν ελέγχθηκαν, τα επικίνδυνα δίκτυα, τις χωματερές, την άναρχη δόμηση μέσα στη ζώνη μίξης δάσους και κατοικίας ή την έλλειψη ουσιαστικής διαχείρισης του τοπίου. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και πολύ πιο άβολη: η πρόθεση υπάρχει, αλλά η αμέλεια είναι συχνότερη και η συστημική ανοχή πολλαπλασιάζει τις συνέπειες και των δύο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος άναψε τη φωτιά. Είναι και τι βρήκε μπροστά της όταν άναψε. Βρήκε καθαρισμένες ζώνες, προσβάσιμους δρόμους, ελεγχόμενη καύσιμη ύλη και οργανωμένους οικισμούς ή βρήκε ξερά χόρτα, εγκαταλελειμμένα κτήματα, σκουπίδια, αυθαίρετες κατασκευές, στενούς δρόμους και σπίτια χωμένα μέσα στα πεύκα; Βρήκε έναν μηχανισμό που είχε εντοπίσει εγκαίρως την έναρξη ή χρειάστηκε να γίνει ο καπνός ορατός από χιλιόμετρα; Βρήκε πολίτες ενημερωμένους ή ανθρώπους που παρέμεναν σε απαγορευμένες περιοχές, άναβαν φωτιές και εκτελούσαν εργασίες σαν να μην υπήρχε κίνδυνος;
Δεν αρκεί να διαθέτει η χώρα περισσότερα αεροσκάφη και ελικόπτερα. Τα εναέρια μέσα είναι πολύτιμα, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν το μοναδικό σύμβολο της αντιπυρικής πολιτικής. Όταν μία πυρκαγιά αποκτήσει μεγάλη ένταση και δημιουργήσει το δικό της μικροκλίμα, ακόμη και ο ισχυρότερος μηχανισμός καταστολής δοκιμάζεται. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει πλέον την ανάγκη μετάβασης από ένα σύστημα που στηρίζεται κυρίως στην καταστολή σε ολοκληρωμένη διαχείριση κινδύνου, με παρεμβάσεις στο τοπίο, μείωση της καύσιμης ύλης, πρόληψη των ενάρξεων και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τοπικών κοινωνιών.
Η πραγματική μάχη με τη φωτιά δίνεται τον χειμώνα και την άνοιξη. Δίνεται όταν καθαρίζονται δασικοί δρόμοι, απομακρύνεται η επικίνδυνη βιομάζα, ελέγχονται τα δίκτυα, χαρτογραφούνται οι ευάλωτες περιοχές, δημιουργούνται ζώνες προστασίας γύρω από οικισμούς, οργανώνονται σχέδια εκκένωσης και πραγματοποιούνται ασκήσεις. Δίνεται όταν οι δήμοι γνωρίζουν ποιοι ηλικιωμένοι, ασθενείς ή άνθρωποι χωρίς μεταφορικό μέσο θα χρειαστούν βοήθεια. Δίνεται όταν οι έλεγχοι δεν περιορίζονται σε συστάσεις και όταν η παραβίαση των απαγορεύσεων έχει πραγματικές συνέπειες.
Δίνεται επίσης μέσα από μια νέα κοινωνική συνείδηση. Η προστασία του δάσους δεν είναι υπόθεση μόνο των πυροσβεστών. Ούτε μπορεί να εξαντλείται σε συγκινητικές αναρτήσεις μετά την καταστροφή. Χρειάζεται να γίνει αυτονόητο ότι σε περίοδο υψηλού κινδύνου δεν καίμε, δεν τροχίζουμε μέταλλα στην ύπαιθρο, δεν πετάμε τσιγάρα, δεν αφήνουμε οικόπεδα πνιγμένα στα ξερόχορτα και δεν θεωρούμε υπερβολή τις απαγορεύσεις. Μία πράξη που διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να εξαφανίσει μέσα σε ώρες ένα δάσος που χρειάστηκε δεκαετίες για να αναπτυχθεί.
Το 42% δεν είναι απλώς ένας απολογισμός. Είναι προειδοποίηση ότι η Αττική πλησιάζει σε ένα σημείο από το οποίο η επιστροφή θα είναι όλο και δυσκολότερη. Όταν καίγεται ξανά και ξανά το ίδιο οικοσύστημα, η φυσική αναγέννηση εξασθενεί. Όταν οι ορεινοί όγκοι αποψιλώνονται, η θερμοκρασία επιβαρύνεται, τα εδάφη χάνουν τη συνοχή τους και το νερό της βροχής κατεβαίνει ανεξέλεγκτο προς τις κατοικημένες περιοχές. Η φωτιά του καλοκαιριού προετοιμάζει συχνά την πλημμύρα του χειμώνα. Και τότε η πολιτεία εμφανίζεται ξανά για να αντιμετωπίσει μια «νέα» καταστροφή, παρότι οι αιτίες της είχαν δημιουργηθεί μήνες ή χρόνια νωρίτερα.
Η Αττική δεν διαθέτει απεριόριστα δάση για να καίγονται κάθε χρόνο. Δεν μπορεί να συνεχίσει να χάνει την Πάρνηθα, την Πεντέλη, τα Γεράνεια, τη Δυτική Αττική και τις τελευταίες πράσινες ζώνες της και να προσποιείται ότι η επόμενη αναδάσωση ή η επόμενη εξαγγελία θα επαναφέρει αυτομάτως όσα χάθηκαν. Τα δάση δεν είναι σκηνικό. Είναι υποδομή ζωής: συγκρατούν τα εδάφη, ρυθμίζουν τη θερμοκρασία, φιλοξενούν τη βιοποικιλότητα, προστατεύουν τον κύκλο του νερού και προσφέρουν ανάσα σε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης.
Αυτό που απαιτείται δεν είναι άλλη μία τελετουργία διαχείρισης της καταστροφής, αλλά λογοδοσία. Για κάθε φωτιά πρέπει να υπάρχει δημόσια και τεκμηριωμένη απάντηση: από πού ξεκίνησε, ποιο ήταν το αίτιο, τι προληπτικά μέτρα είχαν ληφθεί, ποια δεν είχαν εφαρμοστεί, πόσο γρήγορα εντοπίστηκε, πότε έφτασαν οι πρώτες δυνάμεις και ποιοι έλεγχοι είχαν προηγηθεί. Όταν υπάρχει αμέλεια, πρέπει να αποδίδονται ευθύνες. Όταν υπάρχει δόλος, πρέπει να αποκαλύπτεται το κίνητρο και να επιβάλλεται η προβλεπόμενη και η αυστηρότερη τιμωρία. Όταν υπάρχει διοικητική ανεπάρκεια, δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από γενικόλογες αναφορές στις καιρικές συνθήκες.
Η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει όχι μόνο πόσα εναέρια μέσα σηκώθηκαν, αλλά και γιατί χρειάστηκε να σηκωθούν. Δικαιούται να γνωρίζει αν μία πυρκαγιά μπορούσε να είχε αποτραπεί, αν είχαν αγνοηθεί προειδοποιήσεις και αν κάποιος παραβίασε τους κανόνες γνωρίζοντας τον κίνδυνο. Η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια αλλά βασικό εργαλείο πρόληψης, γιατί χωρίς πραγματική λογοδοσία τα ίδια λάθη επαναλαμβάνονται και η καταστροφή μετατρέπεται σε ετήσια κανονικότητα.
Το 42% των δασών της Αττικής που πέρασε από τις φλόγες μέσα σε δέκα χρόνια αποτελεί κατηγορητήριο εναντίον της ανθρώπινης αμέλειας, της εγκληματικής αδιαφορίας, των εμπρηστικών σκοπιμοτήτων όπου αυτές αποδεικνύονται, αλλά και μιας πολιτείας που εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο στην ηρωική κατάσβεση παρά στη σιωπηλή και συστηματική πρόληψη.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον πόσο πράσινο χάθηκε. Το ερώτημα είναι πόσο πράσινο έχει απομείνει και πόσα ακόμη καλοκαίρια θα χρειαστούν μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι, όταν καίγεται σχεδόν το μισό δάσος μιας ολόκληρης περιφέρειας, δεν μιλάμε για ατυχία αλλά για ανθρώπινη αποτυχία……..